Ράσελ Μάρτιν: Η άφιξη στο Χάμσαϊρ με συνταγή φούτμπολ μάνατζερ

Από τη νέα χρονιά ο Ράσελ Μάρτιν θα κάθετε στον πάγκο της Σότον, με τους «Αγίους» να πιστεύουν πως επέλεξαν το «next big thing» των πάγκων.

Μόλις στα 37 του χρόνια και έπειτα από δύο επιτυχημένα περάσματα από ΜΚ Ντονς και Σουόνσι, σε Λιγκ Ουάν και Τσάμπιονσιπ αντιστοίχως, ο Ράσελ Μάρτιν δέχθηκε να αναλάβει τη πιο δύσκολη αποστολή στη μέχρι τώρα σύντομη προπονητική του καριέρα, ευελπιστώντας να καταφέρει να επαναφέρει άμεσα την Σαουθάμπτον στη μεγάλη κατηγορία. Η διοίκηση της «Σότον» δεν έχασε πολύ χρόνο στο λεγόμενο προπονητικό της «σαφάρι», καθώς το πλάνο για τη νέα χρονιά είχε προετοιμαστεί μήνες πριν κλείσει η φετινή αποτυχημένη σεζόν.

Από τον Απρίλιο κιόλας, που τότε η ομάδα αν και ουραγός είχε ελπίδες παραμονής στη Πρέμιερ Λιγκ, είχε βάλει στο τραπέζι των συζητήσεων τα διαθέσιμα ονόματα για τον πάγκο και το πλάνο για μία άμεση επάνοδο από τη Τσάμπιονσιπ. Ο Ruben Selles -πρώην προπονητής της Σότον και νυν της Ρέντινγκ-, αν και προσπάθησε πολύ και το πέρασμα του αξιολογήθηκε θετικά από τους περισσότερους -ακόμα και από την διοίκηση-, κρίθηκε πως δεν έχει τα απαραίτητα ώστε να συνεχίσει με τον σύλλογο στο πλέον απαιτητικό πρωτάθλημα του νησιού και μοιραίως απολύθηκε.

Κάντε ένα like στη σελίδα μας στο facebook αν δεν έχετε κάνει ήδη!

Τότε, οι άνθρωποι των «Αγίων», με αστραπιαίες κινήσεις και πριν καλά-καλά μπει ο Ιούνιος, προσέγγισαν τη Σουόνσι και εν τέλει έδωσαν τα χέρια με τον Σκωτσέζο μάνατζερ, σε ένα πλάνο τουλάχιστον τριετίας που συμπεριλαμβάνει άμεση επάνοδο και εδραίωση στα μεγάλα σαλόνια. Ο νεαρός προπονητής, αν και στην έναρξη της προπονητικής του καριέρας το 2019 έγινε δέκτης αυστηρής κριτικής με τους οπαδούς των Ντονς να μην αποδέχονται τα νέα της πρόσληψης του με ιδιαίτερη θέρμη και χαρά, με τα δύο του συναπτά έτη στον πάγκο της ομάδας τους διέψευσε και με το παραπάνω και βρέθηκε με το σπαθί του στην Ουαλία και τη Σουόνσι.

Στο Λίμπερτι κατόρθωσε να μεταμορφώσει τους «Κύκνους» και να τους καταστήσει σαν μία ως εκ των πιο απολαυστικών ομάδων στο χορτάρι, αποτυπώνοντας στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου κάτι διαφορετικό και μοναδικό σε σχέση με πολύ μεγάλη μερίδα των αγγλικών ομάδων. Συγκεκριμένα και ειδικότερα στις μικρότερες κατηγορίες, οι σύλλογοι αρέσκονται περισσότερο στο άμεσο παιχνίδι και στη κόντρα-επίθεση. Οι περισσότεροι προπονητές είναι λάτρες του κάουντερ-ατάκ και της γρήγορης μετάβασης από την άμυνα στην επίθεση, με τα ακραία μπακ να ακουμπάνε τη πλάγια γραμμή και να είναι πάντα διαθέσιμα για μία σέντρα.

Στη περίπτωση του Ράσελ Μάρτιν όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Εάν παρατηρήσεις προσεκτικά τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου θα αντιληφθείς πως οι ακραίοι οπισθοφύλακες συγκλίνουν πολύ προς το κέντρο βοηθώντας στο μπιλντ-απ και οι γραμμές μεταξύ των ποδοσφαιριστών είναι τόσο μικρές που κάθε απώλεια μπάλας του αντιπάλου γίνεται αυτομάτως άμεσα διεκδικήσιμη και στην αντίπερα όχθη κάθε απώλεια κατοχής της ομάδας του Μάρτιν δίνει τη δυνατότητα για άμεση πίεση -το λεγόμενο γκέγκενπρεσινγκ-. Φυσικά, και για να μην παρεξηγηθώ, το πρέσιγνκ που ασκεί Ο Ράσελ Μάρτιν και η τακτική η οποία εφαρμόζει δεν συνάδει ακριβώς με αυτή του Γιούργκεν Κλοπ για παράδειγμα. Μοιάζει αρκετά, έχει λάβει πολλά στοιχεία της από αντίστοιχες τακτικές μεγάλων προπονητών, αλλά η αποτελεσματικότητα δεν είναι η ίδια. Αυτό βεβαίως εξηγείται και από το γεγονός πως μιλάμε για χαμηλότερης δυναμικότητα ομάδες και ποδοσφαιριστές.

Το άλλο χαρακτηριστικό που μπορεί κάποιος να αντιληφθεί στη προπονητική φιλοσοφία του νεοφερμένου τεχνικού της «Σότον» είναι το γεγονός πως δεν συμπαθεί καθόλου τη μακρινή μπαλιά και το παλαιότερο λεγόμενο «Αγγλικό ποδοσφαιρικό στυλ παιχνιδιού». Αν και ο σκοπός αγιάζει τα μέσα κάποιες φορές, ο Μάρτιν είναι κάθετος και αδιάλλακτος στο πως θέλει να βλέπει την ομάδα του στον αγωνιστικό χώρο. Όπως προείπα, μικρές αποστάσεις μεταξύ των γραμμών, το αμυντικό χαφ να γυρίζει στα σέντερ μπακ για να κάνει παιχνίδι και όταν αυτό δεν συμβαίνει, να έχει τους κεντρικούς αμυντικούς έτοιμους ώστε να φτιάξουν την επίθεση από το μηδέν. Δεν αρέσκεται να παίζει στην άμυνα με τα κλασσικά βαριά κορμιά, τους «ξυλοκόπους» που είναι δυνατοί στο ψηλό παιχνίδι και δεν διαθέτουν τεχνική κατάρτιση. Ζητάει από τους αμυντικούς του τη μπάλα χαμηλά και να μοιράζουν το παιχνίδι κεντρικά, κάτι που θα επιτρέπει την ομάδα του να έχει τον απόλυτο έλεγχο του χώρου του κέντρου. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί κάθολου έκπληξη πως η Σουόνσι κατετάγη στον σχετικό πίνακα κατοχής μπάλας στις πρώτες θέσεις στη Τσάμπιονσιπ, με ποσοστό κοντά στο 57 τοις εκατό. Μάλιστα, σε αρκετά παιχνίδια οι «Κύκνοι» τελείωναν το παιχνίδι με κατοχή μπάλας που άγγιζε ακόμα και το 65 τοις εκατό. Όπως καλά φαντάζεστε, το κυρίως πρόβλημα του Ράσελ Μάρτιν και της ποδοσφαιρικής του φιλοσοφίας είναι όταν δεν μπορεί να ξεδιπλώσει ποδόσφαιρο κατοχής και αναγκάζεται να παίξει στο δικό της μισό.

Αυτό θα αποτελέσει πρόβλημα στην αναδόμηση και της νέας Σαουθάμπτον, μίας ομάδας που δεν μπορούσε να παίξει αυτό το συγκεκριμένο στυλ παιχνιδιού και είχε πολλά προβλήματα στο να κρατήσει τη μπάλα στα πόδια της. Οι «Άγιοι» τη περσινή χρονιά, αν εξαιρέσεις τον Γουόρντ-Πράους, δεν είχαν στη διάθεση τους κάποιον άλλον παίκτη που ήταν ικανός να συμβάλλει στο μπιλντ-απ. Το τεράστιο πρόβλημα που δημιουργήθηκε είχε ως αποτελέσμα ο έλεγχος του άξονα να περνάει σχεδόν πάντα στον αντίπαλο και την ομάδα του Χάμσαιρ να περιορίζεται σε παθητικό ρόλο.