Το 97ο θύμα του Χίλσμπορο δεν πήγε ποτέ στο γήπεδο

Όταν ο Στίβεν Γουίτλ αυτοκτόνησε, φαινομενικά χωρίς σοβαρό λόγο, κανείς δεν γνώριζε ότι η πράξη του σχετιζόταν με την τραγωδία του Χίλσμπορο.

«Και στο μυαλό μου είδα το μέρος, καθώς κάθε μου θύμηση βρήκε τον δρόμο της, θυμίζοντας μου ποιος στ’ αλήθεια είμαι, τις ρίζες στις οποίες στέκομαι», τραγουδά ο Πολ Γουέλερ στο τραγούδι του «Uh Huh Oh Yeh!». Το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν και το αγαπημένο του Στίβεν Γουίτλ, ο οποίος στις 26 Φεβρουαρίου του 2011, άφησε την τελευταία του πνοή, πηδώντας στις γραμμές του τρένου κοντά στο Έιθερτον, στην περιοχή του Ευρύτερου Μάντσεστερ. Όσοι τον ήξεραν δεν μπορούσαν να το πιστέψουν – ο Στίβεν είχε μία σταθερή δουλειά για πάνω από 20 χρόνια, είχε άριστη σχέση με τους γονείς του, αγαπούσε τη μουσική, χαμογελούσε με κάθε ευκαιρία.

Όλα αυτά ακούγονται κάπως κλισέ. Συχνά οι αυτοκτονίες συνοδεύονται από τον σοκαρισμένο περίγυρο, που δεν κατάφερε να διακρίνει τα προβλήματα, δεν μπόρεσε να δει πίσω από τα βεβιασμένα χαμόγελα, δεν βοήθησε επαρκώς γιατί δεν ήξερε. Η περίπτωση του Στίβεν όμως δεν ήταν ακριβώς συνηθισμένη. Το 1989 είχε χάσει έναν καλό του φίλο κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα κι αυτό του δημιούργησε μία απέχθεια για το άθλημα, που ως τότε αγαπούσε παράφορα. Όπως αγαπούσε και τη Λίβερπουλ.

γουίτλ χίλσμπορο

«Υπέφερε κάποιες φορές από πονοκεφάλους, αλλά δεν είχε κάποιο άλλο θέμα. Δεν είχε επιδείξει ποτέ αυτοκτονικές τάσεις. Μάλιστα είχε μόλις αγοράσει μία καινούργια τηλεόραση και μία συσκευή DVD: όλο αυτό είναι μία τρομακτική έκπληξη για εμάς», θα δηλώσει η μητέρα του στην Independent. Ο Στίβεν έφυγε και δεν άφησε καν αποχαιρετιστήριο γράμμα, δεν θέλησε να πει κάτι στους γονείς του, να εξηγήσει. Τουλάχιστον δεν ήθελε να το κάνει με λόγια γιατί μία πράξη του ήταν αρκετή ώστε να δικαιολογήσει τα πάντα. Για να καταλάβουν όλοι.

Η PPG Industries ιδρύθηκε το 1883 στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνιας των Ηνωμένων Πολιτειών και από τα μέσα του 20ου αιώνα καθιερώθηκε παγκοσμίως ως ένας από τους κορυφαίους προμηθευτές χρωμάτων, επιστρώσεων και ειδικών υλικών. Στην Αγγλία και την περιοχή του Ευρύτερου Μάντσεστερ διαθέτει ένα εργοστάσιο στο Χίντλεϊ Γκριν και ο Στίβεν Γουίτλ υπήρξε για σχεδόν τρεις δεκαετίες υπάλληλός της. Στο ξεκίνημά του στην εταιρία, πίσω στο 1989, είχε ζητήσει το Σάββατο 15 Απριλίου να μην δουλέψει ώστε να παρακολουθήσει έναν σημαντικό αγώνα της αγαπημένης του ομάδας και αρχικά το αίτημά του είχε εγκριθεί.

Ωστόσο κατά τη διάρκεια εκείνης της εβδομάδας ένα απρόσμενο ζήτημα στην παραγωγή, οδήγησε την PPG να ανακαλέσει την άδειά του και τον ανάγκασε να πουλήσει το εισιτήριό του. Φυσικά δεν άργησε να βρεθεί ενδιαφερόμενος, αφού η Λίβερπουλ του Κένι Νταλγκλίς αντιμετώπιζε τη Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ για τα ημιτελικά του FA Cup σε ουδέτερη έδρα, στο γήπεδο της Σέφιλντ Γουένσντεϊ, το Χίλσμπορο. Ο Στίβεν δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει τότε, όμως η εταιρία του είχε σώσει τη ζωή, αφού εκείνη τη «μαύρη» μέρα συνέβη μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στον παγκόσμιο αθλητισμό και σίγουρα η πλέον αιματοβαμμένη του αγγλικού ποδοσφαίρου.

λίβερπουλ φόρεστ 96

Με 94 νεκρούς και 766 (!) τραυματίες, μία σειρά από αστοχίες των διοργανωτών, της αστυνομίας του Νότιου Γιορκσάιρ και της κυβέρνησης της Μάργκαρετ Θάτσερ, απέδειξαν πως το ποδόσφαιρο δεν χρειάζεται «προστασία» μόνο από τον χουλιγκανισμό. Η αναστολή των προγραμματισμένων τρένων, ένας ατσάλινος φράχτης που παραβίαζε κάθε μέτρο ασφαλείας, τα όργανα της τάξης απέναντι και όχι δίπλα στον φίλαθλο. «Δεν μπορούσαμε πια να αντιμετωπίσουμε την τραγωδία. Αφήσαμε τους οπαδούς να βοηθούν ο ένας τον άλλον, ώστε να μην ξεσπάσουν την οργή τους στην αστυνομία», θα αφηγηθεί ο αξιωματικός Τζον Νέσμπιτ, συγκλονίζοντας τον τότε αθλητικό, και όχι μόνο, κόσμο.

Σε κάθε περίπτωση ο Στίβεν θα έπρεπε να ένιωθε ανακουφισμένος, αφού αν είχε ταξιδέψει στο Σέφιλντ εκείνη την ημέρα είχε αρκετά μεγάλη πιθανότητα να βρίσκεται μεταξύ των θυμάτων της τραγωδίας. Η αλήθεια ήταν όμως διαφορετική, αφού ο φίλος του, ο οποίος είχε αγοράσει το δικό του εισιτήριο ήταν μεταξύ των 96 νεκρών, αφού η λίστα είχε μέχρι τότε αυξηθεί, αφού δύο ακόμη άνθρωποι υπέκυψαν στα τραύματά τους. Χωρίς να έχει καμία πρακτική ευθύνη, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει τι θα συνέβαινε, οι ενοχές στοίχειωσαν τον Στίβεν, που έψαξε για ψυχολογική βοηθεία, όσο το μπερδεμένο του μυαλό τον οδηγούσε σε σκοτεινά μονοπάτια.

«Πούλησε το εισιτήριό του σε έναν φίλο, που πήγε να δει τη Λίβερπουλ στο Χίλσμπορο και δυστυχώς πέθανε εκείνη την ημέρα. Προσπάθησα να τον βοηθήσω, του πρότεινα συχνές συνεδρίες, όμως δεν ήταν πρόθυμος να με ακούσει. Με διαβεβαίωσε πως είχε στήριξη από την οικογένεια και τους φίλους του, και δεν με χρειάζεται. Τον ρώτησα αν έχει σκεφτεί ποτέ την αυτοκτονία και μου απάντησε αρνητικά», θα δηλώσει ο γιατρός που τον εξέτασε, Άσοκ Άτρεϊ.

Ο Στίβεν είχε πει ένα θεμελιώδες ψέμα – κανείς δεν γνώριζε για τις ενοχές του, ούτε οι γονείς, ούτε τα αδέρφια, ούτε οι φίλοι, ούτε οι συνάδελφοί του. Όλοι θα το μάθαιναν από τη διαθήκη του, αφού σε αυτή άφηνε όλα τα χρήματα που είχε αποταμιεύσει στις οικογένειες των θυμάτων του Χίλσμπορο: αυτό ήταν το αποχαιρετιστήριο γράμμα του. Δεν χρειαζόταν να πει περισσότερα. Ίσως γνώριζε ότι δεν θα τον καταλάβαιναν. Ήδη αμέτρητα άτομα θα του είχαν πει πως δεν έφταιγε. Δεν ήταν καν δική του επιλογή να μην πάει στο γήπεδο. Ένιωθε εγκλωβισμένος στις σκέψεις του και τις ενοχές του, ανίκανος να εξηγήσει με λόγια αυτό το συναίσθημα που τον κατέτρωγε.

«Είναι μια θύμηση, που δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Αυτοί που υποστήριζαν τη Λίβερπουλ και οι οικογένειές τους θρήνησαν κάποιον στην τραγωδία του Χίλσμπορο. Ακόμα κι όσοι επέζησαν, μπορεί να ένιωθαν υπεύθυνοι, ένοχοι που δεν πέθαναν και οι ίδιοι, όπως έκανε ο Στίβεν μου. Ένιωθα πως όλα ήταν φυσιολογικά και την επόμενη στιγμή τον έχασα. Τα πράγματα συμβαίνουν έτσι ξαφνικά. Δεν θέλουμε να αποκαλύψουμε το όνομα του φίλου του, καθώς οι γονείς του είναι ακόμα ζωντανοί και δεν θέλουμε να θρηνήσουν ξανά», θα δηλώσει ο πατέρας του, στην ίδια συνέντευξη στην Independent.