265 views

Οι δανεικοί λογίζονται εδώ και πολλά χρόνια ως προσωρινές και οικονομικές λύσεις, που ελάχιστα ενδιαφέρουν το φιλοθεάμον κοινό. Μπορεί αυτό να αλλάξει;

 

Τι συναισθήματα προκαλούνται στους φιλάθλους μίας ομάδας, όταν μαθαίνουν ότι παίκτες της ομάδας τους φεύγουν δανεικοί; Ενθουσιάζονται; Ανυπομονούν να μάθουν πως θα τα πάει στον νέο του σύλλογο και κατά πόσο θα την βοηθήσει; Μάλλον όχι. Αφήνοντας εκτός εξαιρέσεις τύπου Γκάρεθ Μπέιλ, ο δανεισμός ενός παίκτη είναι μία είδηση που περνάει στα ψιλά, κι ούτε απασχολεί πολλούς η απόδοση του παίκτη. Η Πρέμιερ Λιγκ όμως το αλλάζει και αυτό, με σπουδαιότερο παράδειγμα τον Μπεν Γουάιτ.

Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, ο δανεισμός ενός παίκτη δεν είναι δείκτης μεγάλων προσδοκιών για τον ίδιο από την ομάδα του. Ποδοσφαιριστές συνήθως φεύγουν δανεικοί όταν κρίνονται ανεπαρκείς ή ανέτοιμοι για το υπάρχον ρόστερ και μπορούν να φανούν χρησιμότεροι σε κάποια μικρότερη ομάδα, η οποία ίσως αναλαμβάνει να πληρώσει και ένα κομμάτι του μισθού του παίκτη.

Ιδιαίτερα στις κατηγορίες κάτω από την Πρέμιερ Λιγκ, ο δανεισμός παικτών από συλλόγους μεγαλύτερους και με πολύ πιο εξελιγμένες ακαδημίες και δίκτυα σκάουτινγκ, είναι πάγια τακτική για ομάδες που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να στελεχώσουν ολόκληρο το ρόστερ τους με δικά τους συμβόλαια. Πλέον όμως, με μία λίγο πιο αναλυτική ματιά, φαίνεται πως τα πράγματα έχουν αλλάξει, σαν ένα ακόμη κεφάλαιο της εποχής όπου οι αναλύσεις δεδομένων κι η «εκμετάλλευση» των δυνατοτήτων κάθε ποδοσφαιριστή στο έπακρο, γίνονται αυτονόητες για όλο και περισσότερους συλλόγους.

 

δανεικοί στίγμα

 

Ο Μπεν Γουάιτ ηγείται σαν «success story» αυτής της λογικής των δανεισμών. Ξεκινώντας από τις ακαδημίες της Μπράιτον, πέρασε μέσα σε τέσσερα χρόνια από δανεισμούς στις Νιούπορτ Κάουντι, Πίτερμπρο Γιουνάιτεντ και εν τέλει στην μεγαλύτερη δοκιμασία της Λιντς Γιουνάιτεντ, πριν η Άρσεναλ πειστεί το τελευταίο καλοκαίρι να γράψει επιταγή 50 εκατομμυρίων λιρών στους «Γλάρους» για να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του και να του δώσει φανέλα βασικού αμυντικού.

Τη φετινή σεζόν, δανεικοί παίκτες όπως ο 21χρονος Κόνορ Γκάλαχερ περνάει μία πολύ καλή περίοδο στην Κρίσταλ Πάλας από την Τσέλσι, ενώ από την ίδια ομάδα έχει παραχωρηθεί κι ο 20χρονος Μπίλι Γκίλμουρ στην Νόριτς, έχοντας σημειώσει κι αυτός ήδη αρκετές συμμετοχές στο πρωτάθλημα.

Οι φίλοι της Λίβερπουλ θα θυμούνται από πέρσι τον νεαρό αμυντικό Ρις Ουίλιαμς να κάνει 19 συμμετοχές με την πρώτη ομάδα, ο οποίος τώρα φοράει τα άσπρα της Σουόνσι, την στιγμή και που ο Άλεξ Τουανζέμπε της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ περνάει φέτος τον τρίτο του δανεισμό στην Άστον Βίλα. Ακόμη και ο Τζέιμς Γκάρνερ φαίνεται να περνάει έναν χρήσιμο δανεισμό στην Νότιγχαμ Φόρεστ, που θα τον βοηθήσει να διεκδικήσει αργότερα μία θέση βασικού στο Ολντ Τράφορντ.

 

δανεικοί στίγμα

 

Η αυξανόμενη βαρύτητα που δίνεται στους δανεισμούς δημιούργησε και μία νέα θέση εργασίας, αυτή του υπεύθυνου δανεικών (loan manager). Ο υπεύθυνος δανεικών συνεργάζεται όχι μόνο με τον προπονητή και τον υπεύθυνο των ακαδημιών, αλλά φροντίζει και τα πάντα αναφορικά με τους δανεισμούς. Από το ερώτημα του ποια είναι η καταλληλότερη ομάδα για κάθε ποδοσφαιριστή και τις ανάγκες και το στυλ του, μέχρι και παρακολούθηση των αγώνων που συμμετέχει, ανάλυση των δεδομένων, αλλά και προσωπική επικοινωνία μαζί του, όσο λείπει, ώστε να νιώθει πως η ομάδα τον υπολογίζει.

«Πάντα το πρώτο μας κριτήριο είναι το καλύτερο για τον παίκτη», έχει δηλώσει ο Νικ Κοξ, υπεύθυνος ακαδημιών στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. «Όσο ενισχύεται η ομάδα που λαμβάνει τον παίκτη, τόσο κι εμείς βεβαιώνουμε ότι στέλνουμε τον παίκτη σε έναν δανεισμό κατάλληλο στις δικές του ανάγκες και συμφέροντα, για να συνεχίσει την ανάπτυξή του και να μεγιστοποιήσει τις δυνατότητές του. Μπορεί να στείλουμε κάποιον δανεικό για τεχνικούς ή τακτικούς λόγους. Ίσως προσπαθήσουμε να βρούμε κάποιον σύλλογο όπου θα χρειάζεται να αμύνεται πολύ. Ίσως τον στείλουμε δανεικό επειδή θέλουμε να γίνει ανεξάρτητος, να νιώσει πως πρέπει ο ίδιος να φροντίσει για τον εαυτό του, ή να παίζει μπροστά σε μεγάλα κοινά όπου το αποτέλεσμα είναι σημαντικό».

Φαίνεται πως πλέον ο δανεισμός ενός παίκτη λειτουργεί σαν μεσάζοντας μεταξύ της ακαδημίας και της θέσης στην πρώτη ομάδα -ή κάποιας πώλησης-. Όταν ένας παίκτης με μεγάλο potential θεωρείται ότι έχει κερδίσει όσα μπορεί από την ακαδημία, μπορεί να σταλθεί προσωρινά σε μία άλλη ομάδα, σε ένα νέο περιβάλλον και πρόκληση, πριν του ανατεθεί η δοκιμασία της συμμετοχής στην πρώτη ομάδα.

 

δανεικοί στίγμα

 

Σε αυτό το στάδιο βρίσκεται ο προαναφερθέντας μέσος Τζέιμς Γκάρνερ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Είναι μέλος των ακαδημιών των «Κόκκινων Διαβόλων» από τα οκτώ του χρόνια, και όταν πέρσι ήταν 19, παραχωρήθηκε αρχικά στην Γουότφορντ, όπου και σημείωσε 20 συμμετοχές μαζί της στην Τσάμπιονσιπ, στο πρώτο μισό της σεζόν υπό τις οδηγίες του Βλάντιμιρ Ίβιτς. Μετά την αντικατάστασή του από τον Σίσκο τον Δεκέμβριο, κρίθηκε αχρείαστος και τερματίστηκε ο δανεισμός του. Σύντομα όμως η Γιουνάιτεντ τον έστειλε εκ νέου στην Νότιγχαμ Φόρεστ, όπου έπαιξε το υπόλοιπο της σεζόν κι όπου συνεχίζει να αγωνίζεται και φέτος.

Για τον Κοξ, ένα μεγάλο ποσοστό της εμπειρίας είναι η προσωπική εξέλιξη και ωρίμανση του παίκτη, «να ζεις μακριά από το σπίτι σου, να μπαίνεις σε καινούργια αποδυτήρια για πρώτη φορά». «Ο Τζέιμς είναι πιθανότατα από τους καλύτερους παίκτες της φουρνιάς του στην ακαδημία, αγωνίζεται σταθερά και επιλέγεται πάντα. Κάποια στιγμή πρέπει να του δείξεις πως είναι τα πράγματα να μην σου έρχονται πάντα δεξιά, να πρέπει να ξεκινήσεις κάπου αλλού από το μηδέν».

Φυσικά, δεν είναι όλοι οι δανεισμοί επιτυχημένοι, τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια. Ακόμα και με την πιο σοφιστικέ προσέγγιση στους δανεισμούς, αρκετοί παίκτες που στέλνονται σε μία ομάδα χαμηλότερης κατηγορίας, ακόμη κι όταν αυτή έχει επιλεχθεί προσεκτικά ώστε να ταιριάζει στις ανάγκες του παίκτη, δεν καταφέρνουν πάντα να προσαρμοστούν και να αποδώσουν. Όμως, σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Ουίερ, υπεύθυνο δανεικών στην Μπράιτον, «δεν υπάρχει κακός δανεισμός».

 

τζέιμς γκάρνερ

 

«Είναι μία εμπειρία που, εφόσον χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να βοηθήσει τον ποδοσφαιριστή να γίνει καλύτερος παίκτης και καλύτερος άνθρωπος». Πολλοί μάνατζερ φαίνεται πως δε μετράνε πλέον την επιτυχία ενός δανεισμού βασισμένοι μόνο στους αριθμούς των στατιστικών. «Πολλά μαθήματα για τον παίκτη κατακτώνται εκτός γρασιδιού, σε επίπεδο ωριμότητας, ζώντας μακριά από το σπίτι, μαθαίνοντας να αυτοσυντηρείται, να μαγειρεύει, να μάθει μία ξένη γλώσσα, ή απλά στεκόμενος στα πόδια του, που μπορεί να σημαίνει πως ο παίκτης γίνεται δυνατότερος, αλλάζει ο τρόπος που αποδίδει στο χορτάρι κι ο τρόπος που σκέφτεται».

Κι αν εν τέλει αργήσει ο επόμενος Μπεν Γουάιτ, οι σύλλογοι είναι πρόθυμοι να συνεχίσουν να εφαρμόζουν το μοντέλο που τον ανέδειξε. Την παρούσα στιγμή, υπάρχουν έξι ομάδες στην Πρέμιερ Λιγκ που έχουν στείλει τουλάχιστον δέκα ποδοσφαιριστές (Μάντσεστερ Σίτυ 15 δανεικοί, Μπράιτον και Νόριτς από 11, Τσέλσι, Γουλβς και Γουότφορντ από 10), είτε σε άλλες αγγλικές ομάδες, συνήθως μικρότερης κατηγορίας στην Αγγλία, είτε στο εξωτερικό.

Κάποτε ο δανεισμός ενός παίκτη σήμαινε πως η ομάδα του δεν τον ήθελε. Πλέον σημαίνει πως έχει πίστη στις δυνατότητές του κι ελπίζει να επιστρέψει έτοιμος για την πρώτη ομάδα. Κι ακόμη κι αν αυτό δεν γίνει, είναι σίγουρο πως οι μέρες που οι νέοι απλά στέλνονταν δανεικοί σε μικρότερες ομάδες της περιοχής… για να σκληρύνουν, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

 

Συντάκτης: Άγγελος Παλιακούδης

 

Διαβάστε επίσης από τον αρθρογράφο: Ελπίζουμε πολλά, δε φοβόμαστε κανέναν, διώξαμε τους Oystons

 

Leave a Reply