Ένας Ατλαντικός ανάμεσά τους: Ιστορίες Αργεντινοαγγλικών σχέσεων

Γνωστή ως μία από τις μεγαλύτερες εθνικές κόντρες του εικοστού αιώνα με προεκτάσεις άσχετες με το άθλημα, η αντιπαλότητα της Αγγλίας με την Αργεντινή απολαμβάνει εξέχουσα θέση στα ποδοσφαιρικά κιτάπια λόγω της γεωγραφικής της ανωμαλίας, με πάνω από 10.000 χιλιόμετρα απόσταση μεταξύ του Λονδίνου και του Μπουένος Άιρες. Η ιστορία τους, δε θα μπορούσε να μη περιλαμβάνει μεγάλες και αμφιλεγόμενες στιγμές, χαραγμένες στις μνήμες όσων τις έζησαν.

 

Όπως ισχύει για τις περισσότερες, αν όχι όλες, χώρες στον κόσμο, έτσι και στην Αργεντινή ήταν οι Άγγλοι αυτοί που έφεραν το ποδόσφαιρο στη χώρα και εξέθεσαν τους ντόπιους για πρώτη φορά στη θέα «ενηλίκων ανδρών που τρέχουν πίσω από μία μπάλα», όπως είχε γράψει εφημερίδα της εποχής. Αν και η Αργεντινή δεν αποτελούσε μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά της Ισπανικής, η πρωτεύουσα Μπουένος Άιρες στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν σπίτι για πάνω από 40.000 Βρετανούς της διασποράς, τον μεγαλύτερο πληθυσμό Βρετανών έξω από την Αυτοκρατορία τους για την εποχή. Οι Βρετανοί της Αργεντινής έκαναν αυτό που οι Βρετανοί ήξεραν να κάνουν οπουδήποτε πήγαιναν· έφτιαξαν μία μίνι εκδοχή της πατρίδας τους, χτίζοντας σχολεία, εκκλησίες και αθλητικούς συλλόγους, αρχικά για άλλα αθλήματα. Το ποδόσφαιρο, με τους κανόνες του 1863, έφτασε στην χώρα τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν τα «Κόκκινα καπέλα» έπαιξαν με τα «Άσπρα καπέλα», με τα ρόστερ να είναι αποκλειστικά Βρετανικά.

Ο άνθρωπος που μνημονεύεται μέχρι και σήμερα ως ο πατέρας του ποδοσφαίρου στην Αργεντινή, ήταν μόνο ένας έφηβος όταν έλαβε χώρα ο πρώτος αγώνας στην χώρα. Ο Σκωτσέζος Alexander Watson Hutton μετανάστευσε στην Αργεντινή στην δεκαετία του 1880, ίδρυσε Βρετανικό σχολείο και η ομάδα που ξεπήδησε από αυτό, η Alumni Athletic Club, ήταν ο κυρίαρχος του ποδοσφαίρου στη χώρα από την αλλαγή του αιώνα μέχρι και το 1913 όταν και διαλύθηκε, με δέκα κατακτήσεις πρωταθλήματος. Μαζί με την Alumni, στην ιστορία περνούσαν και όλες οι υπόλοιπες πτυχές της βρετανικής παρουσίας στην Αργεντινή, αφήνοντας όμως πίσω σημάδια της επιρροής τους που είναι παρόντα μέχρι και σήμερα, όπως κάποια ονόματα των ομάδων (Boca Juniors, River Plate, Newell’s Old Boys).

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν μέχρι και τα «επαναστατικά», ποδοσφαιρικά, 1950s, η τριβή των δύο χωρών περιορίστηκε σε μια πρωτότυπη κίνηση των Αργεντίνων την δεκαετία του ‘40, όταν και για κάποιους αγώνες χρησιμοποιούσαν διαιτητές από την Βρετανία ως απάντηση στις διαμαρτυρίες που υπήρχαν για κακή διαιτησία από τους ντόπιους αρμόδιους. Το πείραμα έφερε τα πάνω κάτω στις ισορροπίες των ομάδων, με τους Βρετανούς να είναι πολύ πιο αυστηροί στη δουλειά τους από τους Αργεντίνους συναδέλφους τους. Τα παράπονα βέβαια δεν έλειψαν, και μετά από λίγα χρόνια η τακτική εγκαταλείφθηκε.

Μέχρι αυτό το σημείο, οι σχέσεις Αγγλίας και Αργεντινής, στο χορτάρι κι εκτός, ήταν ακόμη θετικές. Η Αργεντινή κοιτούσε την Αγγλία ως την προέλευση του αθλήματος στο οποίο η ίδια είχε εθιστεί ολοκληρωτικά, πιστεύοντας, σε μια ένδειξη «εθνικισμού», πως είναι πλέον ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η πρώτη αναμέτρηση τους σε εθνικό επίπεδο ήταν ένα φιλικό που έλαβε χώρα στο Wembley το 1951, ως μέρος του «Festival of Britain», μια διεθνής έκθεση που έλαβε χώρα εκείνη την χρονιά στην Βρετανία. Οι Αργεντίνοι μιλούσαν για τον αγώνα βδομάδες πριν τη διεξαγωγή του, θεωρώντας τον ένα μεγάλο τεστ για την ομάδα και την πίστη της ανωτερότητας του ποδοσφαίρου τους. Αν και πήραν νωρίς το προβάδισμα από μια αντεπίθεση που κατέληξε σε κεφαλιά προ κενού τέρματος, η πίεση των Άγγλων που ακολούθησε ήταν ασφυκτική και η κεφαλιά του Mortensen στο 79’ και το σουτ του Milburn στο 86’ είναι αρκετά για την ανατροπή. Η Αγγλία διατήρησε το αήττητό της στο Wembley και η Αργεντινή, αφού λίγες μέρες αργότερα νίκησε την Ιρλανδία με 1-0, γύρισε στο σπίτι της με περηφάνια για την αντίσταση που προέβαλε ενάντια στους Άγγλους. Η συμφωνία που έφερε την «Albiceleste» στην Αγγλία προέβλεπε κι ένα ταξίδι των Άγγλων στο Μπουένος Άιρες για φιλικό, δύο χρόνια μετά, όπως κι έγινε.

 

 

Σε εκείνον τον αγώνα οι Άγγλοι κατέβηκαν κυρίως με αναπληρωματικούς στην ενδεκάδα τους και μέχρι και σήμερα υπάρχει διαφωνία ως προς το κατά πόσο εκείνος ο αγώνας ήταν «επίσημος διεθνής»</