Γιατί οι ομάδες αγοράζουν παίκτες την deadline day;

Μοιάζει πραγματικά παράλογο να γίνεται τόσος ντόρος την deadline day κάθε μεταγραφικής περιόδου, ενώ οι ομάδες έχουν μήνες (ή μήνα τον χειμώνα) για να αποκτήσουν ή να πουλήσουν τους παίκτες που θέλουν. Είναι όμως έτσι;

«Το μόνο που προσφέρει η deadline day είναι μία ξεκάθαρη ένδειξη για το ποιοι σύλλογοι διοικούνται με λάθος τρόπο». Ο Γκάρι Νέβιλ πίσω το 2012 είχε δηλώσει αυτό που έχουν σκεφτεί οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, για το παράδοξο (;) της τελευταίας μέρας κάθε μεταγραφικού παζαριού – πώς γίνεται μία επαγγελματική ομάδα κορυφαίου επιπέδου και ολόκληρα πολυμελή τμήματα μεταγραφικού σχεδιασμού να περιμένουν ως το «παρά πέντε» και πολλές φορές να μην προλαβαίνουν να ολοκληρώσουν την αποκτήση ενός παίκτη;

Μόνο την deadline day του περασμένου καλοκαιριού (1η Σεπτεμβρίου), ούτε λίγο ούτε πολύ, 25 παίκτες ήρθαν στην Πρέμιερ Λιγκ, με τις Σαουθάμπτον και Φούλαμ να κάνουν αμφότερες από τέσσερις. Φυσικά αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Αγγλία, όμως με τα περισσότερα μεγάλα «πορτοφόλια» να βρίσκονται εκεί είναι λογικό τα εκάστοτε selling clubs να ψάχνουν για αγοραστές εκεί.

Παράλληλα αυτή τη μέρα επικρατεί δημοσιογραφικός πυρετός στα παγκόσμια ποδοσφαιρικά μέσα, με εκατοντάδες σελίδες (μαζί με την δική) μας να μαζεύουν λαίμαργα και ζωντανά το κάθε μεταγραφικό ψίχουλο, με τον Φαμπρίτσιο Ρομάνο να αναδεικνύεται σε «βασιλιάς» της ημέρας με τις έγκυρες πληροφορίες του, τα «here we go!» και τα «confirmed». Στον αγώνα δέσμευσης της προσοχής μας, η deadline day εκμεταλλεύεται την μεταγραφολαγνεία μας και μας κολλά -ακόμα περισσότερο- στις οθόνες μας!

deadline day

Και μπορεί η πλειοψηφία να απολαμβάνει… να παραπονιέται κάθε τέτοια μέρα, δύο φορές κάθε χρονιά, το ερώτημα όμως παραμένει: γιατί οι ομάδες σπαταλούν τον άπλετο χρόνο τους και παλεύουν να χωρέσουν τις μεταγραφές τους μέσα σε μια μέρα; Είναι απλά αναβλητικές, κακοδιαχειρισμένες (όπως είπε και ο Νέβιλ) ή θύματα του καπιταλιστικού μοντέλου της ποδοσφαιρικής αγοράς, που για να δημιουργήσει υπεραξίες «τραβά» τις διαπραγματεύσεις μέχρι κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή;

Ο Νόμος του Πάρκινσον

Μια πρώτη εξήγηση χωρίς ποδοσφαιρικά ή οικονομικά κριτήρια, είναι αυτή που έδωσε το 1955 ο ιστορικός Σιρίλ Πάρκινσον στο The Economist και φυσικά δεν είχε καμία σχέση με τις μεταγραφές και το άθλημα γενικότερα. Το γνωμικό λέει πως «μια εργασία επεκτείνεται σε διάρκεια τόσο όσο που να γεμίσει το χρόνο που είναι διαθέσιμος για την ολοκλήρωσή της» και έχει μείνει στην ιστορία ως ο «Νόμος του Πάρκινσον».

Μέσω αυτής της ημι-χιουμοριστικής ρήσης ο διάσημος ιστορικός είχε προσπαθήσει να ορίσει την αναποτελεσματικότητα, κυρίως στον κυβερνητικό μηχανισμό, εκεί όπου βασιλεύει η γραφειοκρατία και η ατέρμονη διαίρεση της εκάστοτε εργασίας, με μία πληθώρα υφισταμένων. Σίγουρα οι σημερινές μεταγραφές έχουν διευκολυνθεί λόγω της έκρηξης της τεχνολογίας και της ηλεκτρονικής διασύνδεσης κι επικοινωνίας, όμως η διαδικασία δεν έχει απλουστευτεί ιδιαίτερα.

deadline day

Ενδιαφέρον προκαλέι και το Επιστέγασμα Στοκ-Στάνφορντ στον παραπάνω «νόμο», που αναφέρει πως «μία εργασία θα διαρκέσει μόνο ένα λεπτό, μόνο αν περιμένεις μέχρι την τελευταία στιγμή για να την κάνεις». Αν αυτό σας θυμίζει κάτι από deadline day δεν έχετε άδικο, καθώς πολλές μεταγραφικές φήμες κυριολεκτικά αναδύονται δευτερόλεπτα πριν το επίσημο πέρας του χρονικού ορίου κι έπειτα μονοπωλούν το ενδιαφέρον μας ώστε η εκάστοτε ομοσπονδία να τις θεωρήσει εμπρόθεσμες.

Fear of Missing Out (FoMO)

Όπως είπαμε παραπάνω την 1η Σεπτεμβρίου στην Πρέμιερ Λιγκ ολοκληρώθηκαν 25 μετακινήσεις προς αυτήν κι αν αναρωτιέστε πόσες ομάδες ενεπλάκησαν σε αυτά τα «αλισβερίσια», ο μαγικός αριθμός είναι 15. Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται τα 3/4 του πρωταθλήματος αποφάσισαν πως τα ρόστερ που είχαν την τελευταία μέρα των μεταγραφών δεν ήταν πλήρη και προχώρησαν σε αγορές.

Εδώ μάλλον «σβήνει» και το επιχείρημα του Νέβιλ περί κακοδιαχείρισης ή τουλάχιστον αντιστρέφεται, καθώς ανάμεσα στις πέντε που -άτυπα- δεν υπήρξαν ενεργές θα βρούμε ομάδες με ξεκάθαρο μεταγραφικό πλάνο, όπως οι Άρσεναλ, Τότεναμ και Μπρέντφορντ. Όχι βέβαια πως δεν προσπάθησαν (βλ. Ντούγκλας Λουίζ), τουλάχιστον όμως είχαν το περιθώριο να μην προχωρήσουν σε ένα «panic buy» και να παραμείνουν ευχαριστημένες με το υπάρχον έμψυχο υλικό.

fomo

Μια πιθανή εξήγηση σ’ αυτό το φαινόμενο είναι ένας όρος που πρωτοεμφανίστηκε το 2004 στο επίσημο περιοδικό του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, The Harbus, κι οφείλει την ύπαρξή του στον αρθρογράφο κι επενδυτή Πάτρικ ΜακΓκίνις. Ο όρος Fear of Missing Out ή εν συντομία FoMO εκφράζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ενεργούμε χωρίς δική μας ξεκάθαρη πρόθεση, αλλά κυρίως λόγω της ανησυχίας και της πίεσης να μην χάσουμε την ευκαιρία να πράξουμε.

Το παραπάνω φαινόμενο είχε παρατηρηθεί (αλλά όχι ονομαστεί) από τον διαφημιστή Νταν Χέρμαν και σχετιζόταν επίσης με την έκρηξη της τεχνολογίας, καθώς μέσω του διαδικτύου και της άμεσης ενημέρωσης για το οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο, δημιουργώντας πιο εύκολα και γρήγορα από ποτέ hypes και trends. Είναι δηλαδή πιθανόν να μην χρειάζονταν και οι 15 ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ κάποια προσθήκη, όμως με την πλειοψηφία να μοιράζει… μανιασμένη χρήματα και να ψάχνει για βελτιώσεις, ίσως αρκετές ένιωσαν πως αν θελημένα απέχουν ίσως χάσουν κάποια σπουδαία ευκαιρία λόγω ανετοιμότητας!

Το στρατηγικό κάψιμο των γεφυρών

Αν οι παραπάνω εξηγήσεις δεν σας έχουν πείσει, ίσως η καλύτερη, όπως αναμενόταν, έρχεται από τον κλάδο της οικονομίας. Άλλωστε η εκάστοτε μεταγραφή είναι τεχνικά μία αγορά της οποίας προηγείται μια διαπραγμάτευση κι ακολουθεί πολλούς βασικούς οικονομικούς κανόνες. Στο παρόν κείμενο βέβαια αναλύουμε μόνο τις μεταγραφές της deadline day, οπότε δεν χρειάζεται να αναλύσουμε όλους τους όρους που τις διέπουν – αυτός που μας ενδιαφέρει όμως είναι το λεγόμενο «κάψιμο των γεφυρών».

deadline day

Ο όρος μπορεί να μην ακούγεται ιδιαίτερα οικονομικός, αφού πράγματι αναφέρεται σε μία κίνηση που συνέβαινε κατά την διάρκεια των αρχαιοελληνικών πολέμων. Τότε λοιπόν αρκετά συχνά οι επιτιθέμενοι στρατοί επέλεγαν να εγκατασταθούν μπροστά σε γέφυρες, ώστε να έχουν συνεχώς την επιλογή της υποχώρησης αν οι αμυνόμενοι έδειχναν να επικρατούν. Παραδόξως όμως κάποιες φορές οι αρχηγοί των επιτιθέμενων έκαιγαν ή γκρέμιζαν αυτές τις γέφυρες, αναγκάζοντας έτσι τους στρατιώτες να γίνουν πιο γενναίοι και προσπαθώντας να τρομάξουν τον εχθρό, αφού πια η μάχη θα ήταν μέχρι τελικής πτώσης.

Αυτό βέβαια, από οικονομικής άποψης, δεν είναι ιδιαίτερα σοφό. Ο εκάστοτε αγοραστής ή πωλητής θα πρέπει πάντα να έχει εναλλακτικές ώστε να διατηρεί την διαπραγματευτική του δύναμη και το ποδόσφαιρο δεν διαφέρει καθόλου σ’ αυτό. Το πρόσφατο παράδειγμα της αγοράς του Μούντρικ από την Τσέλσι αποδεικνύει πως η Σαχτάρ Ντόνετσκ σωστά δεν υπέκυψε στις καλές προτάσεις της Άρσεναλ και επέμεινε στην αρχική τιμή, βάζοντας στο παιχνίδι κι άλλους υποψήφιους αγοραστές και παίρνοντας τελικά τα λεφτά που ήθελε.

Μπορεί όμως το «κάψιμο γεφυρών» να προσφέρει ένα αντίστοιχο στρατηγικό προβάδισμα; Η περυσινή χειμερινή deadline day μας δίνει την απάντηση, αν και εμπλεκόμενες δεν ήταν δύο ομάδες, αλλά μία ομάδα κι ένας παίκτης. Έναν χρόνο πίσω λοιπόν ξανά η Άρσεναλ προσπαθούσε μάταια να πουλήσει τον Ομπαμεγιάνγκ και να ξεφορτωθεί το παχυλό του συμβόλαιο και τα συνεχή πειθαρχικά του παραπτώματα. Σ’ αυτήν την περίπτωση και ο ίδιος ο Γκαμπονέζος ήθελε να αποχωρήσει, όμως έβλεπε πως οι απαιτήσεις του κι αυτές της ομάδας δεν έκαναν το πακέτο ελκυστικό.

deadline day

Τότε ήταν που αποφάσισε να παρατήσει την «γέφυρά» του και ταξίδεψε μόνος και χωρίς άδεια για την Βαρκελώνη, προσπαθώντας να ασκήσει πίεση στην Άρσεναλ και πρακτικά να εκμηδενίσει την πιθανότητα να υπογράψει σε οποιαδήποτε άλλη ομάδα, αφού δεν υπήρχε χρόνος να γυρίσει πίσω στο Λονδίνο. Φυσικά, αν οι «Κανονιέρηδες» επέλεγαν να ζημιωθούν και να μην τον δώσουν πρακτικά στην Μπαρτσελόνα, ο ίδιος ο παίκτης θα είχε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα, οικονομικά κι αγωνιστικά, λόγω παραβίασης όρων συμβολαίου.

Όπως ίσως γίνεται αντιληπτό σε κάθε deadline day τόσο οι ομάδες που πουλούν, όσο κι αυτές που αγοράζουν, «καίνε» στρατηγικά τις γέφυρές τους, αλλάζοντας συνεχώς τα μεγέθη της διαπραγματευτικής τους δύναμης. Όταν για παράδειγμα κάνεις μια πρόταση για έναν παίκτη στα τελευταία κυριολεκτικά λεπτά, ο σύλλογος του ναι μεν μπορεί να επιμείνει στην τιμή που ορίζει ο ίδιος, όμως παράλληλα παίρνει κι ένα ρίσκο η αξία του παίκτη να μειωθεί μέχρι την επόμενη μεταγραφική περίοδο ή να τραυματιστεί ή να εμφανιστούν εναλλακτικές, που θα ρίξουν σημαντικά την ζήτησή του.

Στον αντίποδα όταν γνωρίζεις πως ένας παίκτης σου έχει πολλούς «μνηστήρες» κι εσύ περιμένεις στωικά ως την deadline day για να τον πουλήσεις και συνεχώς απορρίπτεις προσφορές, ξεμένοντας από εναλλακτικές, προσπαθείς να αυξήσεις το αντίτιμο για την απόκτησή του μέχρι την τελευταία στιγμή. Κάπου εδώ μπαίνει και ο όρος της «αξιόπιστης ή μη απειλής», δηλαδή κατά πόσο έχει ισχύ η πιθανή απάντηση ενός συλλόγου σε μία πρόταση, που λέει «θα τον πουλήσουμε γι’ αυτό το ποσό ή καθόλου». Συνήθως «αξιόπιστη» θεωρείται μια τέτοια απειλή όταν η ομάδα είναι σίγουρη για την αξία του παίκτη και την ανοδική της τάση, ενώ «αναξιόπιστη» όταν απλά προσπαθεί να δημιουργήσει υπεραξία χωρίς τις κατάλληλες ενδείξεις.

μούντρικ τσέλσι

Το «στρατηγικό κάψιμο γεφυρών» όμως έχει μία ακόμη εφαρμογή, αυτή του αυτο-περιορισμού. Στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για την θελημένη εξάλειψη των εναλλακτικών από το ίδιο το άτομο (ή την ομάδα) ώστε να αποτρέψει τον εαυτό του στο μέλλον από το να ακολουθήσει την επιλογή, που θεωρεί τώρα λανθασμένη ή έστω αβέβαιη.

Εδώ μας εξυπηρετεί και πάλι το παράδειγμα του Μούντρικ. Βλέπετε με το που επέλεξε ο Ουκρανός την Τσέλσι, τα μέσα παρουσίασαν λίστες με πιθανούς αντικαταστάτες του στην μεταγραφική λίστα, επικαλούμενοι μάλιστα πληροφορίες μέσα από τον σύλλογο. Οι Ραφίνια, Ράφαελ Λεάο και Πεπέ που ακούστηκαν, κοστίζουν όλοι τουλάχιστον 60 εκατομμύρια λίρες, αλλά ο σύλλογος επέλεξε να δώσει μόλις 27 για τον Τροσάρ, περιορίζοντας εαυτόν τόσο από ένα δαπανηρό -πιθανό- λάθος, όσο κι από την υπόθεση των άλλων πως αφού είχε να δώσει κόντα στα 80 εκατομμύρια για τον προηγούμενο στόχο γιατί να μην το κάνει και για τον επόμενο!