Γκαρίντσα: Η χαρά του λαού

Ρωτήστε τους περισσότερους ανθρώπους ποιος είναι ο σπουδαιότερος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής και σχεδόν σίγουρα θ’ απαντήσουν ο Πελέ.  Αλλά αν ρωτήσεις έναν Βραζιλιάνο, είναι πολύ πιθανό να ακούσεις για έναν παίκτη που καλείται μεταξύ άλλων «ο Άγγελος με τα Στραβά Πόδια», «Η Χαρά του Λαού» και «Μικρό πτηνό» ή «Γκαρίντσα».

 

Ρωτήστε τους περισσότερους ανθρώπους ποιος είναι ο σπουδαιότερος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής και σχεδόν σίγουρα θ’ απαντήσουν ο Πελέ, ο οποίος σκόραρε πάνω από 1.000 γκολ στην καριέρα του, οδήγησε την χώρα του σε τρεις τίτλους Παγκοσμίου Κυπέλλου και έγινε ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους αθλητές του πλανήτη. Αλλά αν ρωτήσεις έναν Βραζιλιάνο, είναι επίσης τόσο πιθανό να ακούσεις για έναν παίκτη που καλείται μεταξύ άλλων «ο Άγγελος με τα Στραβά Πόδια», «Η Χαρά του Λαού» και «Μικρό πτηνό».

 

 

Ο Γκαρίντσα, όπως τον γνωρίζουν οι οπαδοί του ποδοσφαίρου, γεννήθηκε ως “Manuel Francisco dos Santos” σε μια παραγκούπολη του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Επιβαρυμένος με μια σειρά από γενετικές ανωμαλίες, ήταν ένα παιδί που λίγοι πίστευαν ότι θα γίνει αθλητής παγκόσμιας κλάσης. Εκτός από την παραμορφωμένη σπονδυλική του στήλη και το δεξί του πόδι που λύγιζε προς τα μέσα, το αριστερό του πόδι ήταν έξι ολόκληρα εκατοστά κοντύτερο από το δεξί του. Μια παιδική εγχείριση που απέβλεπε στην θεραπεία της πάθησης, την έκανε απλά χειρότερη.

 

 

Παρ ‘όλα αυτά, στην ηλικία των 20 ετών έδειξε αρκετό ταλέντο για να δοκιμαστεί από την Μποταφόγκο, ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σωματεία του Ρίο. Αν και ήταν σκεπτικοί για τις σωματικές του ιδιαιτερότητες, οι ιθύνοντες της Μποταφόγκο του προσέφεραν συμβόλαιο, ειδικά μετά από πρόταση του Νίλτον Σάντος, αμυντικού μέσου της βραζιλιάνικης εθνικής ομάδας, ο οποίος ήταν πρώτος μάρτυρας των επιδέξιων ποδιών του Γκαρίντσα, έχοντας νικηθεί από τον πανούργο “σακάτη” χαφ κατά τη διάρκεια της δοκιμής του.

 

 

Η κίνηση αυτή απέδωσε σύντομα. Ο Γκαρίντσα σημείωσε χατ-τρικ στο πρώτο του παιχνίδι για το σύλλογο. Αισίως θα σκοράρει περισσότερα από 200 γκολ στα 12 χρόνια του στην ομάδα και θα γίνει τόσο μεγάλο σύμβολο της Μποταφόγκο, που μέχρι σήμερα θα δείτε τους οπαδούς της να κουβαλούν στις εξέδρες πανό με την εικόνα του. Με τις “συγχυστικές” του ντρίμπλες και τις “διαβολικές” του φαλτσαριστές εκτελέσεις φάουλ, πολλοί πίστευαν ότι θα ήταν παίχτης-κλειδί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954. Τελικά δεν θα ήταν. Μετά από μια καταστροφική πορεία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950, η Βραζιλία προσπάθησε να υιοθετήσει το ευρωπαϊκό στυλ παιχνιδιού, το οποίο επικεντρώθηκε περισσότερο στο ομαδικό παιχνίδι και στην πειθαρχία, παρά στην ατομική ικανότητα (η επίτευξη της ισορροπίας ανάμεσα σε αυτό που θεωρείται φυσικό βραζιλιάνικο στυλ και ευρωπαϊκή τακτική έχει προκαλέσει τρομερούς πονοκέφαλους στους Βραζιλιάνους προπονητές από τότε).

 

 

Μέχρι το 1957, ο Γκαρίντσα είχε οδηγήσει την Μποταφόγκο στην κατάκτηση του διάσημου πρωταθλήματος του Ρίο και έγινε ο δεύτερος σκόρερ στο πρωτάθλημα. Οι προπονητές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να τον επιλέξουν για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, που θα διεξαγόταν στην Σουηδία.

 

 

Ακόμη και τότε, η αγάπη του για την επίδειξη των απίστευτων δεξιοτεχνιών του του έκοψε σχεδόν μια θέση στο ρόστερ. Σε ένα φιλικό παιχνίδι στην Ιταλία πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο, ντρίμπλαρε τρεις αμυντικούς και τον τερματοφύλακα, αλλά αντί να σκοράρει σε κενή εστία, περίμενε έναν ακόμα αμυντικό να επιστρέψει πίσω, έτσι ώστε να μπορεί να νικήσει έναν ακόμα αντίπαλο πριν σκοράρει. Τέτοιες “επιδείξεις” για το κοινό οδήγησαν έναν δημοσιογράφο να τον ονομάσει «Τσάρλι Τσάπλιν του ποδοσφαίρου» και να χαρακτηρίσει το στυλ του ως “καραγκιοζιλίκι”. Η υπεροπτική του κίνηση, εμβληματική όμως της προσέγγισης του Γκαρίντσα για το ποδόσφαιρο και γενικότερα τη ζωή, ίσως ήταν η αιτία που έμεινε στο πάγκο στα δύο πρώτα παιχνίδια της εκστρατείας της Βραζιλίας το 1958 στην Σουηδία.

 

 

Παρόλ’ αυτά, το ντεμπούτο του στο Παγκόσμιο Κύπελλο ήρθε ενάντια στο φαβορί του τουρνουά, την Ε.Σ.Σ.Δ., ενός αγώνα που θα έμενε επίσης στην ιστορία λόγω της πρώτης εμφάνισης ενός 17χρονου, του “Edison Arantes do Nascimento”, γνωστού και ως Pelé. Οι δυο τους ηγήθηκαν μιας επίθεσης που θα έβλεπε τη Βραζιλία να νικά τη Σοβιετική Ένωση, την Ουαλία, τη Γαλλία και την διοργανώτρια Σουηδία, για να γίνει η πρώτη ομάδα που κέρδισε ποτέ ένα Παγκόσμιο Κύπελλο εκτός της δικής της ηπείρου. Ο Πελέ και ο Γκαρίντσα θα παίξουν μαζί στην εθνική ομάδα της Βραζιλίας για τα επόμενα 12 χρόνια. Η Βραζιλία δεν έχασε ποτέ αγώνα όταν και οι δύο αυτοί αστέρες ήταν στο γήπεδο.

 

 

Αλλά αυτοί οι δύο πέτυχαν πολλά περισσότερα από το να κερδίζουν απλά παιχνίδια. Βοήθησαν να δημιουργήσουν μια Βραζιλία που ήταν πρεσβευτής του “jogo bonito”, του “όμορφου παιχνιδιού”, ένα μείγμα αθλητισμού, τεχνικής επιδεξιότητας και δημιουργικής μαγείας. Όπως το καρναβάλι ή η σάμπα, το ποδόσφαιρο έγινε συνώνυμο της ίδιας της Βραζιλίας.

 

 

Εκτός γηπέδων, ο Πελέ και ο Γκαρίντσα ήταν γεμάτοι αντιθέσεις. Ενώ ο ολοκληρωμένος Πελέ ήταν ένας φιλόδοξος επαγγελματίας, ο Γκαρίντσα ήταν ένας εκκολαπτόμενος αλκοολικός που δεν νοιαζόταν για την εξέλιξη του ως παίχτης ή για άλλες επαγγελματικές ευθύνες. Είχε πάρει τόσα κιλά μετά τον θρίαμβο του 1958, που σύντομα έχασε την θέση του από την εθνική ομάδα. Την επόμενη χρονιά, επιστρέφοντας στην Ευρώπη με την Μποταφόγκο για ένα τουρ φιλικών αγώνων (κάτι σαν επιδείξεις), άφησε έγκυο μια ντόπια Σουηδή κοπέλα. Λίγο αργότερα, η σύζυγός του γεννούσε το πέμπτο του παιδί. Ένα μήνα αργότερα, μια ερωμένη ήρθε στο προσκήνιο. Ήταν και αυτή έγκυος.

 

 

Τα πράγματα, παρ’ αυτά, πηγαίνανε καλά στο γήπεδο. Η Βραζιλία ξεκίνησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 ως φαβορί, αλλά όταν ο Πελέ τραυματίστηκε στο δεύτερο παιχνίδι του τουρνουά, όλο το βάρος της ομάδας και ενός ολόκληρου έθνους έπεσε στις πλάτες του Γκαρίντσα. Αυτός ο μαγικός παίχτης αποδέχτηκε την πρόκληση, κυριαρχώντας στο τουρνουά και οδηγώντας τη Βραζιλία στην κατάκτηση του δεύτερου συνεχόμενου Μουντιάλ. Οι εμφανίσεις του στο Μουντιάλ της Χιλής έκαναν τους δημοσιογράφους να αναρωτιούνται: “Από ποιόν πλανήτη κατάγεται ο Γκαρίντσα;”

 

 

Αλλά το ελεύθερο πνεύμα του και η αφέλεια του, που τον έκαναν τόσο αγαπητό σε εκατομμύρια οπαδούς, του προκαλούσε συνεχώς αναταράξεις και προβλήματα πίσω στο σπίτι. Υπέγραψε κακές συμβάσεις και συμβόλαια και έδωσε μικρές περιουσίες σε φίλους και επαίτες. Υπήρξε επίσης ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των παιδιών του, τα οποία, μετά από τρεις γάμους και αμέτρητες εξωσυζυγικές σχέσεις, τελικά θα μπουν στην εφηβεία τους. Η κατάποση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ έγινε συνήθειο και οι επιπτώσεις αυτού ακόμα πιο εμφανείς. Ιδιαίτερα όταν εμπλέκονταν αυτοκίνητα. Σε ένα περιστατικό, έπεσε με το αμάξι πάνω στον πατέρα του. Σε ένα άλλο, η σύζυγός του έχασε τα δόντια της. Στο χειρότερο, η πεθερά του σκοτώθηκε ενώ ο Γκαρίντσα ήταν πίσω από το τιμόνι.

 

 

Οι εργοδότες του δεν του χαρίστηκαν. Γνωρίζοντας ότι ο Γκαρίντσα ήταν η ατραξιόν τους, η Μποταφόγκο τον έτρεξε σε όλων των ειδών τις κερδοφόρες ποδοσφαιρικές επιδείξεις και τα ανούσια τουρνουά, επιδεινώνοντας τα προβλήματα από τα οποία υπέφερε στο γόνατο. Αντί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, χάνοντας έτσι παιχνίδια, ο Γκαρίντσα στράφηκε σε θρησκευτικούς θεραπευτές και βοτανικά φάρμακα.

 

 

Η διεθνής του σταδιοδρομία τελείωσε με τον πρόωρο αποκλεισμό της Βραζιλίας από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966. Συνέχισε όμως σε συλλογικό επίπεδο για αρκετά χρόνια, αφήνοντας την Μποταφόγκο για την Κορίνθιανς και αργότερα την Φλαμένγκο, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να παίξει σε λίγα παιχνίδια, πριν αποσυρθεί στην μικρή Ολαρία Ατλέτικο Κλούμπ το 1972.

 

 

Με κανένα “δίχτυ ασφαλείας”, καμιά πηγή εισοδήματος, καμία γνώση σε πωλήσεις και επιχειρήσεις και μια εξουθενωτική εξάρτηση από το αλκοόλ, αφού άφησε το ποδόσφαιρο, ο Γκαρίντσα πήρε τον κατήφορο. Η δεύτερη σύζυγός του, η διάσημη τραγουδίστρια της σάμπα Έλζα Σοάρες, τον έφερε στη Ρώμη, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να τον αποκόψει από τα προβλήματά του στην χώρα της Λατινικής Αμερικής, αλλά οι δύο χώρισαν σύντομα. Ο Γκαρίντσα επέστρεψε στη Βραζιλία και πέθανε από κίρρωση του ήπατος στην ηλικία των 49 ετών.

 

 

Χιλιάδες κατέκλυσαν τους δρόμους για την ταφική του πομπή από το στάδιο Μαρακανά μέχρι την ταπεινή γειτονιά του Πάου Γκράντε, οπού γεννήθηκε.